<< | <  |  >

 

Τα ασαφή όρια της Τέτας Μακρή

 

 

 

«Tην πιο ευρωπαϊκή απ’ όλες τις κατακτήσεις, εκείνη τη λίγο-πολύ σαφή ειρωνεία με την οποία η ζωή του ατόμου απαιτεί να κυλά χώρια από την ύπαρξη της όποιας κοινότητας του έλαχε να ζει, οι Γερμανοί την έχουν χάσει εντελώς», διαπιστώνει ο Benjamin στο Μονόδρομο.

Στην Tέτα Mακρή, έλαχε να εκλεγεί καθηγήτρια στο νεοιδρυθέν  τότε – μέσα της δεκαετίας του ’80 - Τμήμα Εικαστικών Τεχνών του A.Π.Θ. πρώτη γυναίκα  υπεύθυνη εργαστηρίου σε Σχολή Καλών Τεχνών στην Ελλάδα. Σε μια εποχή, που στη χώρα μας ο λόγος για την τέχνη περιστρεφόταν ακόμη γύρω από ζητήματα αφαίρεσης και φορμαλισμού σε μια φοβική προσπάθεια δικαίωσης του μοντερνισμού, ο δικός της λόγος ήταν αποσταθεροποιητικός, αφήνοντας χώρο για την ετερότητα και τις εναλλακτικές αφηγήσεις. Σε ένα τέτοιο κλίμα, μια ζωγραφική όπως η δική της, ενώ έθετε ζητήματα πολύ πιο κρίσιμα και σύγχρονα όπως αυτά της οικειοποίησης ή της σχέσης εικόνας και γλώσσας, έπαιρνε την ετικέτα της «αναπαραστατικής». Όσο για τη Θεσσαλονίκη, συνιστούσε ένα όχι ιδιαίτερα φιλικό περιβάλλον για κάποιους, ενώ για κάποιους άλλους, μια πόλη που δημιουργούσε ένα μόνιμο αίσθημα ματαίωσης.

H Tέτα Mακρή δεν είχε το παραμικρό περιθώριο να χάσει την κατάκτηση για την οποία μιλά ο Benjamin. Tη θυμάμαι σε πολλές περιπτώσεις, να δίνει μαθήματα αξιοπρέπειας, αυτοσαρκασμού και ανοιχτού πνεύματος. Υπαινικτική και προσεκτική, ουσιαστικά δημοκρατική, δεν επέβαλε σε κανέναν από τους φοιτητές της ούτε και αυτή τη βαθιά της πίστη στην ευρωπαϊκή ζωγραφική παράδοση.

Στην τελευταία ενότητα ζωγραφικών έργων, ενός βίντεο και μιας προβολής, έχει κανείς την αίσθηση ότι οι εικόνες υπαγορεύουν μια μετατόπιση του βλέμματος έξω από τo τελάρo, σ' αυτό, που «λείπει». Aπό τα ποτήρια του κόκκινου κρασιού, στο βλέμμα της γυναίκας που τα κρατά, μίγμα πρόκλησης και ικεσίας. Από το χακί μαξιλάρι, στο μελαγχολικό παραμύθι της ανδρικής νίκης και των παρασήμων της. Από το λευκό μαξιλάρι στην αγκαλιά, στο αίσθημα απώλειας. Από το απέριττο τραπέζι για τη Méret Oppenheim. στην αίσθηση του ωμού ζωντανού στο στόμα. Aπό τη θυσία των πλεξούδων, στον ήχο του ψαλιδιού, που τις έκοψε. Από τα άυλα χέρια που κρατούν λουλούδιq στην ύστατη πραγματικότητα του σώματος. Τα «ασαφή όρια», η παρουσία και η απουσία, το αρσενικό στοιχείο, η γυναικεία κατάσταση, η θυσία και το πένθος. Δεν είναι ο εντοπισμός του τραύματος, που έχει σημασία εδώ, ούτε η ταύτιση με το δράμα άλλα ο τρόπος που τα πραγματεύεται η καλλιτέχνις. «Oι γυναίκες», λέει η J. Kristeva, «έχουν την τύχη και την υπευθυνότητα να είναι υποκείμενα των ορίων: σώμα και σκέψη, βιολογία και γλώσσα, προσωπική ταυτότητα και διασπορά στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, καταγωγή και κριτικό πνεύμα, έθνος και κόσμος, μ’ ένα τρόπο πιο δραματικό απ’ ότι οι άντρες». Ίσως αυτή τους η κατάσταση να καθιστά δύσκολη την εξεύρεση των κωδίκων για την ανάγνωση του έργου τους. Σίγουρα, τις καθιστά τα κατ’ εξοχήν  υποκείμενα της μοναξιάς.

 

 

Νάντια Καλαρά    Εικαστικός  

Μάρτιος 2005